Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Μπαράζ εκβιασμών και πλειστηριασμών για το λαό, προνομίων για το κεφάλαιο

Οι ακόμα σκληρότεροι όροι και προϋποθέσεις και η ακόμα «ψιλότερη κρησάρα», από την οποία περνάει τους δανειολήπτες η κυβέρνηση, παρουσιάζοντας την εξέλιξη αυτή ως «έντιμο συμβιβασμό» με τραπεζίτες και «θεσμούς», σηματοδοτούν τη γενίκευση των εκβιασμών και των πλειστηριασμών για δεκάδες χιλιάδες λαϊκά νοικοκυριά.
Στόχος κυβέρνησης - ΕΕ - επιχειρηματικών ομίλων είναι να θωρακιστούν
οι τράπεζες από τα «κόκκινα» δάνεια, είτε «ρουφώντας» και το τελευταίο ευρώ από αυτούς που αποδεδειγμένα δεν έχουν να πληρώσουν, είτε πουλώντας τα δάνεια στα διάφορα «κοράκια», είτε βγάζοντας τα σπίτια σε πλειστηριασμούς, προς όφελος των μετόχων τους και μεγάλων ομίλων real estate.
Δίπλα σ' αυτά, το μεγαλύτερο «έπαθλο» που προσδοκά το κεφάλαιο από τον νέο γύρο της επίθεσης είναι ένα «υγιές» τραπεζικό σύστημα, χωρίς επικίνδυνα «ανοίγματα» και επισφάλειες, ικανό να χρηματοδοτήσει τα διάφορα σχέδια των μονοπωλιακών ομίλων για νέα κέρδη.
Πλήρης διάλυση της παρεχόμενης προστασίας
Η κυβερνητική τροπολογία προβλέπει σειρά κριτηρίων που λειτουργούν σωρευτικά, δηλαδή πρέπει να πληρούνται όλα μαζί, ώστε ο δανειολήπτης να μπορεί να ενταχθεί σε ρύθμιση «διευκόλυνσης» - επιμήκυνσης των δόσεων, και αυτή κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη της άμεσης διενέργειας πλειστηριασμού ή άλλων αναγκαστικών μέτρων σε περίπτωση καθυστέρησης στην καταβολή του ποσού για 3 μηνιαίες δόσεις.
Στην τροπολογία προβλέπονται μεταξύ άλλων τα εξής:
  • Το οικογενειακό εισοδηματικό κριτήριο της «προστασίας» συμπιέζεται στα 12.500 ευρώ (σήμερα 13.906 ευρώ) και για το ζευγάρι έως 21.000 ευρώ (από 23.659), με προσαύξηση κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί έως το τρίτο, από 5.714.
Για παράδειγμα, στην περίπτωση δύο εργαζόμενων συζύγων, οι τράπεζες μπορούν να προχωρήσουν σε πλειστηριασμό σε περίπτωση που οι μισθοί ξεπερνούν κατά μέσο όρο τα 750 ευρώ, ακόμα κι αν συντρέχουν όλες οι άλλες προϋποθέσεις.
  • Η διάρκεια της ρύθμισης έχει ημερομηνία λήξης στις 31/12/2019, δηλαδή για διάστημα μόλις 9 μηνών.
  • Στη νέα ρύθμιση - λαιμητόμο εντάσσονται μόνο τα στεγαστικά δάνεια που έχουν «κοκκινίσει» μέχρι τις 31 Δεκέμβρη 2018. Αυτά που θα «κοκκινίσουν» στη συνέχεια θα βρεθούν έξω και από αυτήν την πρόσκαιρη και υποτυπώδη προστασία, εξέλιξη που συνδέεται με την κλιμάκωση των εκβιασμών και για τη συγκεκριμένη ομάδα λαϊκών νοικοκυριών, θωρακίζοντας τις τράπεζες από μια νέα φουρνιά «κόκκινων» στεγαστικών δανείων.
  • Οι συνολικές καταθέσεις στις τράπεζες του «αιτούντος προστασία», της συζύγου και των εξαρτώμενων μελών δεν θα ξεπερνούν τα 15.000 ευρώ. Μάλιστα, στο ποσό αυτό αθροίζονται και άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη (κινητές αξίες, εξαγοράσιμα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής κ.ά.).
  • Το υπόλοιπο του στεγαστικού δανείου μαζί με πανωτόκια και προσαυξήσεις δεν θα ξεπερνά τις 130.000 ευρώ.
  • Η αξία της κατοικίας δεν μπορεί να ξεπερνά τις 250.000 ευρώ και τις 175.000 ευρώ για επιχειρηματικά δάνεια με υποθήκη πρώτης κατοικίας, με ανοιχτό το ενδεχόμενο νέου «κουρέματος» στη συνέχεια.
Στο έλεος των τραπεζικών ομίλων
Παράλληλα, μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, ανακτώνται αυτόματα από τις τράπεζες τα κάθε είδους φορολογικά στοιχεία του οφειλέτη, ενώ βέβαια αίρεται και το τραπεζικό απόρρητο και μάλιστα για 5 έτη πριν από την υποβολή της δήλωσης. Επίσης, σε περίπτωση «ψευδούς» δήλωσης, η «θιγόμενη» τράπεζα μπορεί να προχωρήσει σε «αναγκαστική εκτέλεση» (πλειστηριασμό), ενώ η οφειλή προσαυξάνεται με επιτόκιο 5%.
Λεόντειοι όροι προβλέπονται και για τις ρυθμίσεις «διευκόλυνσης» που προσφέρουν οι τράπεζες σε όσους ενταχθούν στη ρύθμιση. Ενδεικτικά, η «πρόταση ρύθμισης του πιστωτή» αποτελεί «εκτελεστό τίτλο». Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση «αθέτησης των υποχρεώσεων αποπληρωμής» η τράπεζα θα μπορεί άμεσα να προχωρά σε πλειστηριασμό χωρίς τη διαμεσολάβηση των δικαστηρίων.
Προβλέπεται η κρατική επιδότηση των δόσεων, ουσιαστικά για τη στήριξη των τραπεζών. Αυτή διακόπτεται σε περίπτωση που «ο δικαιούχος καθυστερήσει την καταβολή του ποσού που βαρύνει τον ίδιο» για 3 μηνιαίες δόσεις.
Οι αιτήσεις προστασίας υποβάλλονται μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, με την πλήρη περιγραφή της οικονομικής κατάστασης του λαϊκού νοικοκυριού. Ενδεικτικά, υποβάλλεται «κατάλογος πιστωτών με οφειλές ανεπίδεκτες είσπραξης» για ποσά πάνω από 2.000 ευρώ ανά πιστωτή.
Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με πληροφορίες, στο επόμενο διάστημα κυβέρνηση και «θεσμοί» θα κλιμακώσουν με νέες ρυθμίσεις για ολόκληρη την γκάμα των οφειλών προς τον φοροεισπρακτικό μηχανισμό, ΟΤΑ , ακόμη και για οφειλές σε κάθε είδους κρατικές επιχειρήσεις και οργανισμούς (π.χ. ΔΕΗ), με την υπαγωγή τους στην ηλεκτρονική πλατφόρμα. Αυτά συγκαταλέγονται στο πλαίσιο του πτωχευτικού κώδικα των νοικοκυριών, όπως προβλέπεται στη συμφωνία της κυβέρνησης με τους ευρωπαϊκούς «θεσμούς».
Σε περίπτωση δικαστικής προσφυγής, η συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται κατά απόλυτη προτεραιότητα μέσα σε 6 μήνες από την κατάθεσή της, μαζί με την οποία συνυποβάλλεται όλο το υλικό που έχει συγκεντρωθεί μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
«Μεταμνημονιακό» μνημόνιο με μπαράζ προνομίων για το κεφάλαιο
Αξίζει να σημειωθεί ότι το νομοθετικό πλέγμα γύρω από την πλήρη διάλυση της όποιας προστασίας στην πρώτη κατοικία παραμένει σε διαδικασία «διαβούλευσης» με τους ευρωπαϊκούς «θεσμούς» και θα ενισχυθεί ακόμα περισσότερο το επόμενο διάστημα.
Χαρακτηριστικό εξάλλου είναι ότι την Πέμπτη το βράδυ, μετά τις δηλώσεις υψηλόβαθμου αξιωματούχου της Ευρωζώνης (ενόψει της συνεδρίασης του Γιούρογκρουπ στις 5 Απρίλη στο Βουκουρέστι) ότι «οι θεσμοί και οι ελληνικές αρχές συζητούν ακόμα την πρόταση, η οποία παραμένει ανοικτή στο τραπέζι του διαλόγου», η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έσπευσε να δρομολογήσει περαιτέρω «διορθώσεις», της τροπολογίας προχωρώντας ως «πρώτη δόση» σε «κούρεμα» του κριτηρίου που αφορά στο υπόλοιπο των επιχειρηματικών δανείων με υποθήκη πρώτης κατοικίας. Αυτό διαμορφώνεται στα 100.000 ευρώ έναντι 130.000 αρχικά.
Το ζήτημα άλλωστε θα βρεθεί στο επίκεντρο των συζητήσεων με τα κλιμάκια των «θεσμών» που επανέρχονται τη Δευτέρα στην Αθήνα, για τα προαπαιτούμενα της 3ης «αξιολόγησης» που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, παρεμβάσεις όπως για τη «μεταρρύθμιση» στα προνοιακά επιδόματα, αναθεώρηση αντικειμενικών αξιών (επ' αυτών υπολογίζονται τα χαράτσια του ΕΝΦΙΑ), ιδιωτικοποιήσεις σε ΕΛΠΕ και μαρίνα Αλίμου, επιτάχυνση διαδικασιών για το Κτηματολόγιο, διενέργεια ανεξάρτητης αξιολόγησης για τη στελέχωση των υπουργείων.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση νομοθετεί το ένα πίσω απ' το άλλο τα προνόμια για το κεφάλαιο. Ενδεικτικό άλλωστε είναι το ίδιο το νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομίας, στο οποίο η κυβέρνηση κατέθεσε την τροπολογία για τα «κόκκινα» δάνεια.
Τελείως ενδεικτικά, ανάμεσα σε πολλά άλλα, το νομοσχέδιο μειώνει το «κατώφλι» από το οποίο αρχίζει η επιδότηση των επιχειρηματικών ομίλων, από τα 20 εκατ. ευρώ στα 15 εκατ., προβλέπει ότι οι φοροαπαλλαγές που θα εξασφαλίζονται μέσα σε τρία έτη, αντί για πέντε που ισχύει σήμερα, μπορεί να φτάνουν μέχρι το ποσό των 7 εκατ. ευρώ, από 5 εκατ. ευρώ σήμερα, ενώ για να εξασφαλιστούν αρκεί να έχει υλοποιηθεί το 50% του κόστους του επενδυτικού σχεδίου.
Επίσης, απογειώνονται τα προνόμια, ειδικά για τα «επιχειρηματικά πάρκα» και τις εταιρείες logistics, που - επίσης εντελώς ενδεικτικά - απαλλάσσονται από την καταβολή φόρου εισοδήματος μέχρι και δημοτικά τέλη, δεν υποχρεούνται να υποβάλουν ούτε προκαταρκτική περιβαλλοντική μελέτη για την έκδοση άδειας εγκατάστασης κ.ά.
Από το βήμα της Ολομέλειας, μάλιστα, την περασμένη Πέμπτη, ο υπουργός Οικονομίας εξήγγειλε μια σειρά ακόμα τέτοιων νομοσχεδίων για τις «στρατηγικές ιδιωτικές επενδύσεις», την «Αναπτυξιακή Τράπεζα», το «Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης», νομοσχέδια που χαρακτήρισε «εργαλεία» για την «κάλυψη των χρηματοδοτικών κενών» προς τις επιχειρήσεις και συνθέτουν το «νέο παραγωγικό υπόδειγμά» της προς όφελος του κεφαλαίου.

ΑΠΕΡΡΙΨΑΝ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ
Η «φιλολαϊκή» πολιτική τους δεν χωράει ούτε στοιχειώδη μέτρα ανακούφισης από την υπερχρέωση
Οι στόχοι του κεφαλαίου που αποτελούν το κοινό έδαφος των ΣΥΡΙΖΑ - ΝΔ, όπως αποκάλυψε και η υπερψήφιση της κυβερνητικής τροπολογίας από τη μεριά της ΝΔ, όχι απλά δεν συμβιβάζονται με τις λαϊκές ανάγκες, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση που προκλητικά βαφτίζει τα νέα μέτρα «προστασία» της λαϊκής κατοικίας, αλλά ανοιχτά τις εχθρεύονται.
Χαρακτηριστικό εξάλλου είναι ότι η κυβέρνηση απέρριψε την τροπολογία που κατέθεσε στο ίδιο νομοσχέδιο το ΚΚΕ, για την ουσιαστική ανακούφιση των λαϊκών νοικοκυριών από την υπερχρέωση.
Η τροπολογία του ΚΚΕ προέβλεπε για οικογένειες με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα μέχρι 40.000 ευρώ, προσαυξανόμενο κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί, τη διαγραφή τόκων, όσο και των ποσών και των τόκων που κεφαλαιοποιήθηκαν και ανατοκίστηκαν, τη διαγραφή του 50% των οφειλών, εφόσον το ύψος των δανείων δεν ξεπερνά τις 200.000 ευρώ για στεγαστικά δάνεια, τις 30.000 ευρώ για καταναλωτικά και τις 20.000 ευρώ για τις πιστωτικές κάρτες, το πάγωμα των οφειλών για 2 χρόνια και την αναστολή πληρωμών για τις εναπομείνουσες οφειλές, εφόσον αυτές αφορούν ανέργους, για όσο διαρκεί η ανεργία.
Ακόμα τη μείωση των οφειλών των ΕΒΕ, των φτωχών αγροτοκτηνοτρόφων και των ψαράδων, για οφειλές που αφορούν την επαγγελματική τους δραστηριότητα, με τη μείωση σε ποσοστό 30% εάν διατηρούν την επιχείρησή τους και κατά 50% εάν την έχουν κλείσει και είναι άνεργοι και για ύψος δανείων μέχρι 300.000 ευρώ (για τους ΕΒΕ), τη διασφάλιση με ευθύνη του κράτους και χωρίς υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης περιουσιακών τους στοιχείων, άτοκων καλλιεργητικών δανείων σε μικρούς και μεσαίους αγρότες και κτηνοτρόφους για να ανταποκριθούν στην αγορά καλλιεργητικών εφοδίων για την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο.
Επίσης την παύση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων εναντίον των λαϊκών οικογενειών, για την πρώτη κύρια κατοικία αντικειμενικής αξίας μέχρι 250.000 ευρώ, προσαυξημένη κατά 50.000 ευρώ για κάθε παιδί, καθώς επίσης για τη δευτερεύουσα κατοικία, αντικειμενικής αξίας μέχρι 150.000 ευρώ, καθώς και τον περιορισμό της υποθήκης στο ύψος του αρχικού δανείου.
Η κυβέρνηση όχι μόνο απέρριψε αυτά τα μέτρα για την ουσιαστική ανακούφιση των λαϊκών νοικοκυριών, αλλά δείχνοντας ότι η πολιτική της έχει ως «ιερό και όσιο» τα συμφέροντα του κεφαλαίου, επιστράτευσε την άθλια επιχειρηματολογία ότι την ανακούφιση που ζητάει το ΚΚΕ θα την πληρώσει και πάλι ο λαός και όχι οι τραπεζικοί όμιλοι.
Η στάση της κυβέρνησης και των άλλων κομμάτων απέναντι σ' αυτήν την τροπολογία πρέπει να αποτελέσει κριτήριο ψήφου, καταδίκης της πολιτικής του κεφαλαίου και αποφασιστικής ενίσχυσης του ΚΚΕ παντού και στις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.