Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Διεθνής πείρα για τους εργαζόμενους



Δεν πάει πολύς καιρός που η διευθύντρια του ΔΝΤ επανέλαβε τις ανησυχίες της για την πορεία της καπιταλιστικής οικονομίας της Ευρωζώνης. Σύμφωνα με το ΑΠΕ, η Κριστίν Λαγκάρντ, σε ομιλία της στις 5/12/2014 στο Σαντιάγο της Χιλής, είπε, για την εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομίας, ότι «ο δρόμος φαίνεται όλο και πιο ανώμαλος», προσθέτοντας ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να είναι σταθερά στην πορεία προς την ανάκαμψη αλλά οι προοπτικές της Ευρωζώνης είναι αβέβαιες και οι προοπτικές για την Κίνα έχουν παγώσει». Διατύπωσε, δε, την άποψη ότι, «συνολικά, η παγκόσμια
οικονομία βρίσκεται τώρα σε κίνδυνο να κολλήσει σε αυτό που έχω αποκαλέσει "νέα μέτρια" κακή ανάπτυξη και ελλιπή δημιουργία θέσεων εργασίας. Αυτός είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε μια νέα δυναμική πολιτική».
Χειροτερεύουν οι προβλέψεις
Δεν είναι η πρώτη φορά που το ΔΝΤ εκφράζει την αγωνία του για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, μιλώντας για τους κινδύνους στασιμότητας ή και νέας κρίσης στην οικονομία της Ευρωζώνης. Και αναφέρεται στην Ευρωζώνη σε συνδυασμό με την πορεία άλλων ισχυρών καπιταλιστικών οικονομιών και την αλληλεπίδρασή τους λόγω της ολοένα και πιο βαθιάς καπιταλιστικής διεθνοποίησης και αλληλεξάρτησης των καπιταλιστικών οικονομιών, ιδιαίτερα των ισχυρών κρατών, προτείνοντας βεβαίως και συνταγές για αντιμετώπιση των κινδύνων.
Σε έκθεσή του το Νοέμβρη του 2014, το ΔΝΤ προειδοποιούσε ότι η πορεία της οικονομίας της Ευρωζώνης μπορεί να είναι χειρότερη από τις ως τότε προβλέψεις του. Εκτιμούσε ότι η οικονομία της Ευρωζώνης δεν έχει μπει σταθερά στον δρόμο για οικονομική ανάκαμψη. Το ΔΝΤ προέβλεπε τον Οκτώβρη ότι ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρωζώνη θα φτάσει το 0,8% το 2014 και το 1,3% το 2015. Αλλά τα νέα αρνητικά δεδομένα, όπως το γεγονός ότι η οικονομία της Ιταλίας βρίσκεται σε ύφεση αλλά και η οικονομία της Γαλλίας επίσης είναι στάσιμη, ενώ η οικονομία της Γερμανίας βρίσκεται σε επιβράδυνση, έθεσαν ακόμη και αυτές τις, ήδη αναθεωρημένες προς τα κάτω, προβλέψεις του Οκτώβρη υπό αμφισβήτηση.
Η Ευρωζώνη μοιάζει να μην έχει απομακρυνθεί από τον κίνδυνο ύφεσης, «εάν η προοπτική του πληθωρισμού δε βελτιωθεί και οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό συνεχίσουν να καταγράφουν πτώση, η ΕΚΤ πρέπει να είναι έτοιμη να κάνει περισσότερα, περιλαμβανομένων των αγορών κρατικών ομολόγων», σημείωνε το ΔΝΤ στην έκθεσή του.
Αλλά και «οι φθινοπωρινές οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ισχνή οικονομική ανάπτυξη. Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται να ανέλθει στο 1,3% στην ΕΕ και στο 0,8% στην Ευρωζώνη για ολόκληρο το 2014. Η οικονομική ανάκαμψη, που άρχισε το δεύτερο τρίμηνο του 2013, παραμένει ασταθής και η οικονομική δυναμική σε πολλά κράτη - μέλη εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής» (Δελτίο Τύπου της Κομισιόν, 4 Νοέμβρη 2014).
Η συνταγή του ΔΝΤ
Είναι γεγονός ότι το ΔΝΤ επιμένει, κόντρα στην αυστηρή δημοσιονομική πολιτική που εφαρμόζεται στην Ευρωζώνη, σε πολιτική δημοσιονομικής χαλάρωσης ως το «φάρμακο» για την ανάκαμψη στην Ευρωζώνη, αλλά υπάρχουν δύο παραδείγματα που δείχνουν ότι δεν υπάρχει σιγουριά για ανάκαμψη και μ' αυτήν τη συνταγή, η οποία, βεβαίως αν προκύψει, θα είναι ανάκαμψη διέξοδος σε όφελος του κεφαλαίου, κανένα όφελος δε θα έχει για την εργατική τάξη, τα άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα. Ποια είναι αυτά;
Το ένα είναι το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) παίρνει μέτρα χαλάρωσης και ενίσχυσης της ρευστότητας αλλά οι τράπεζες των καπιταλιστικών κρατών της Ευρωζώνης δε δανείζονται για να δανείσουν στη συνέχεια τους μονοπωλιακούς ομίλους για επενδύσεις.
Ετσι, στην προσφορά της ΕΚΤ 500 δισ. ευρώ για τριετή δάνεια με επιτόκιο 0,05%, τζάμπα δηλαδή, το γνωστό πρόγραμμα ΤLTRO, το οποίο είχε όρο με αυτά τα δάνεια οι τράπεζες θα δανείζονταν για να δανείσουν επιχειρηματικούς ομίλους σε βιομηχανία, εμπόριο κλπ. (τη λεγόμενη πραγματική οικονομία), οι τράπεζες το Σεπτέμβρη 2014 που ήταν η πρώτη δόση πήραν μόλις 82,6 δισ. ευρώ, ενώ το Δεκέμβρη 2014 πήραν μόλις 39,75 δισ. ευρώ.Οι εκτιμήσεις; «Χαμηλότερα των προσδοκιών κινήθηκε η συμμετοχή. Το αποτέλεσμα δείχνει πως οι τράπεζες συνεχίζουν την απομοχλευσή τους και δε θέλουν να εκτεθούν σε νέο δανεισμό. Σύμφωνα με έρευνα του πρακτορείου Bloomberg, η μέση εκτίμηση των αναλυτών ήταν ότι οι τράπεζες της Ευρωζώνης θα υπέβαλλαν αιτήσεις για δάνεια ύψους 174 δισ. ευρώ στην πρώτη προσφορά φτηνής ρευστότητας και επιπλέον 167 δισ. ευρώ στη δεύτερη πράξη αναχρηματοδότησης που θα γίνει το Δεκέμβριο».
Αλήθεια, γιατί οι τράπεζες να μην αδράξουν την ευκαιρία να πάρουν δάνεια και να κερδίσουν αν πράγματι υπήρχαν συνθήκες ανάκαμψης, δηλαδή επενδύσεων;
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της «Καθημερινής», 31/12/2014, «τα δάνεια στον ιδιωτικό τομέα συρρικνώθηκαν κατά 0,9% το Νοέμβριο, σε ετήσια βάση, αφού είχε προηγηθεί υποχώρηση 1,1% τον Οκτώβριο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, ο δανεισμός στις επιχειρήσεις συρρικνώθηκε το Νοέμβριο στην Ιρλανδία κατά 11,4%, στην Ισπανία κατά 8,5% και στην Πορτογαλία κατά 6,5%. Οπως αναφέρεται στην έκθεση της ΕΚΤ, η χορήγηση δανείων στα νοικοκυριά μειώθηκε, σε ετήσια βάση, κατά 0,4% το Νοέμβριο και στις επιχειρήσεις εκτός του χρηματοπιστωτικού τομέα κατά 1,6%. Τα εργαλεία που έχει ήδη αξιοποιήσει η ΕΚΤ, δηλαδή η παροχή τριετών δανείων με σχεδόν μηδενικό επιτόκιο και οι αγορές τιτλοποιημένων δανείων από τις εμπορικές τράπεζες, δεν αποφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, που είναι η αναβίωση του δανεισμού στην Ευρωζώνη και ειδικότερα του ευρωπαϊκού Νότου, που επισκιάζεται από την αναιμική ανάπτυξη, το χαμηλό πληθωρισμό και την υψηλή ανεργία».
Αρα, η οικονομία της Ευρωζώνης, παρά την προσπάθεια τόνωσης της ρευστότητας από την ΕΚΤ στην οποία επιμένει το ΔΝΤ, η οποία όμως δεν απορροφάται (είναι και αυτός ένας αρνητικός δείκτης), είναι σε στασιμότητα με κινδύνους να ξαναπέσει σε κρίση.
Τι δείχνει η Ιαπωνία;
Το δεύτερο παράδειγμα είναι αυτό της Ιαπωνίας, που, παρά την πολιτική χαλάρωσης, το επεκτατικό μείγμα και τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης, ξαναέπεσε σε κρίση. Ποια πολιτική εφάρμοζε η ιαπωνική κυβέρνηση; Στα μέσα του 2013, τα αστικά ΜΜΕ σε όλο τον κόσμο υποδέχονταν τις παρεμβάσεις της ιαπωνικής κυβέρνησης ως εξής: «Οι αγορές αντέδρασαν θεαματικά στην ανακοίνωση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Ιαπωνίας ότι "εξαπολύει" επιθετική πολιτική ρευστότητας. Η ιαπωνική Κεντρική Τράπεζα διπλασιάζει το ύψος των ομολόγων που θα αγοράζει κάθε μήνα σε 61,4 δισεκατομμύρια, με στόχο να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη και να "ανεβάσει" τον πληθωρισμό στο 2% τα επόμενα δύο χρόνια. Η ανακοίνωση προκάλεσε νέα "βουτιά" του γιεν και ράλι στο χρηματιστήριο του Τόκιο». Η «βουτιά» του γιεν εκτιμούνταν στα θετικά αποτελέσματα αυτής της πολιτικής, αφού ενίσχυε τις εξαγωγές. Η Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας διπλασίασε την ποσότητα του χρήματος που «έριξε» στην ιαπωνική οικονομία. Επίσης, εφάρμοζε πρόγραμμα δημοσίων δαπανών ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ. Βεβαίως όλα αυτά τα μέτρα, δηλαδή η τόνωση της ρευστότητας, ο πληθωρισμός, τα προγράμματα δημοσίων επενδύσεων, συνοδεύτηκαν από αντιλαϊκά μέτρα περικοπών από τον κρατικό προϋπολογισμό των όποιων παροχών υπήρχαν για τα λαϊκά στρώματα και με μια ορισμένη φορολογία σε βάρος του λαού. Ενώ η άνοδος του πληθωρισμού μείωνε το λαϊκό εισόδημα. Ολα αυτά, βεβαίως, τα μέτρα της ιαπωνικής κυβέρνησης, που δεν ώθησαν σε ανάκαμψη, είναι μέτρα που προτείνει το ΔΝΤ για την οικονομία της Ευρωζώνης. Η εξέλιξη της καπιταλιστικής οικονομίας της Ιαπωνίας καταρρίπτει τους μύθους ότι μόνο το μείγμα αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής οδηγεί σε ύφεση, ενώ το επεκτατικό μείγμα πολιτικής διαχείρισής της, τα μέτρα χαλάρωσης, οδηγούν στην ανάκαμψη, μιλώντας πάντα για ανάκαμψη σε όφελος του κεφαλαίου.
Πείρα μπροστά στις εκλογές στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, αυτή την πολιτική που εφαρμόστηκε στην Ιαπωνία, που επιμένει το ΔΝΤ να εφαρμοστεί στην Ευρωζώνη, προβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ ως πανάκεια για την έξοδο από την κρίση, καλώντας, επίσης, το λαό να τον αναδείξει με την ψήφο του στον κυβερνητικό θώκο, για να την εφαρμόσει, επειδή τάχα θα είναι σε όφελός του σε αντίθεση με τη ΝΔ, που, όπως λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, η πολιτική της οδηγεί σε ύφεση και αντιλαϊκά μέτρα.
Ολα τα παραπάνω αποκαλύπτουν για την εργατική τάξη της Ελλάδας και τα άλλα φτωχά λαϊκά στρώματα ότι και το ένα μείγμα πολιτικής, αυτό της ΝΔ, και το άλλο του ΣΥΡΙΖΑ, τους επιχειρηματικούς ομίλους πασχίζουν να ενισχύσουν και συνοδεύονται από συνεχή υποβάθμιση εργατικών - λαϊκών αναγκών και δικαιωμάτων. Η πολιτική που λέει ότι θα εφαρμόσει ο ΣΥΡΙΖΑ υπηρετεί την αντιλαϊκή στρατηγική της ΕΕ για ενίσχυση της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ, επικαιροποιώντας το πρόγραμμα του, αυτό της Θεσσαλονίκης, δίνει τα πάντα για να ανακάμψει το κεφάλαιο και υπόσχεται ψίχουλα στο λαό, έχοντας εγκαταλείψει προ πολλού κάθε σκέψη για ανάκαμψη των εργατικών - λαϊκών απωλειών.
Ο λαός δεν πρέπει λοιπόν να επιλέξει εναλλακτικές διαδρομές της ίδιας αντιλαϊκής κατεύθυνσης, πρέπει να συμβάλει στο να ανοίξει ο δρόμος για την προοπτική με την οποία έρθουν στο προσκήνιο οι σύγχρονες εργατικές - λαϊκές ανάγκες, με το λαό να έχει στα χέρια του τον πλούτο που παράγει, τα μέσα παραγωγής. Στις εκλογές, λοιπόν, να αποτελέσει κριτήριο ψήφου για την ενίσχυση του ΚΚΕ, του μοναδικού κόμματος που παλεύει για να ανοίξει αυτή η προοπτική.