Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

«Αξιόπιστη» αντιλαϊκή επίθεση και χαμηλό εργατικό «κόστος» ανοίγουν διάδρομο κερδοφορίας

Η επιχείρηση συγκέντρωσης της πρώτης δόσης από το χαράτσι του ΕΝΦΙΑ πάνω στη λαϊκή στέγη και τη μικρή ακίνητη περιουσία και ταυτόχρονα της δεύτερης δόσης από το φόρο εισοδήματος, που λήγουν στο τέλος αυτής της βδομάδας, αποτελούν το επόμενο βήμα στην πορεία εκτέλεσης του φετινού κρατικού προϋπολογισμού, ενώ την ερχόμενη Δευτέρα κατατίθεται στη Βουλή το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2018, στο οποίο ενσωματώνεται ένα τμήμα από την επόμενη δέσμη με τα αντιλαϊκά μέτρα.
Την ίδια ώρα, τα τμήματα του εγχώριου κεφαλαίου βάζουν ψηλά στην
αντιλαϊκή ατζέντα τους όρους και τις προϋποθέσεις για την επάνοδο σε ρυθμούς «βιώσιμης» καπιταλιστικής κερδοφορίας αλλά και την προσέλκυση επενδύσεων, με βάση τα «ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα» και το φτηνό «κόστος εργασίας», όπως ακριβώς είχε επισημάνει και ο υπουργός Οικονομίας, Δ. Παπαδημητρίου, μιλώντας την περασμένη βδομάδα σε «επενδυτές» στο Λονδίνο.
«Συγχαρητήρια» στην κυβέρνηση, «χτυπήματα στην πλάτη» στους ανέργους
Την ίδια ώρα, ο Π. Μοσκοβισί, μιλώντας στο ειδησεογραφικό πρακτορείο ΑΠΕ - ΜΠΕ, επιβραβεύοντας την κυβέρνηση, επεσήμανε, μεταξύ άλλων, τη «σοβαρότητα στα δημοσιονομικά», που συμβάλλει «στη δημιουργία εμπιστοσύνης στους επενδυτές που επιστρέφουν στην Ελλάδα». Σύμφωνα με τον ίδιο, το κεντρικό ζήτημα είναι «η εμπιστοσύνη στις αγορές (...) Εμπιστοσύνη με τους εταίρους της Ελλάδας στην ικανότητα της χώρας να μεταρρυθμιστεί, πράγμα που θα επιτρέψει στη συνέχεια να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα (...)».
Οσο για το τι έχουν να περιμένουν τα λαϊκά στρώματα, οι νέοι από την ανάπτυξη για λογαριασμό του κεφαλαίου, χαρακτηριστικά είναι τα όσα είπε για τη μείωση της ανεργίας... σε βάθος χρόνου: «Τα πράγματα όμως έχουν ανάγκη από χρόνο. Είναι αλήθεια ότι έχουμε ακόμα μεγάλο αριθμό ανέργων στην Ελλάδα. Τους σκέφτομαι, νέοι είναι άνεργοι. Υπάρχει μια ανασφάλεια που γνωρίζω. Θα χρειασθεί χρόνος για να υπάρξει ανατροπή, δεν υπάρχει θαύμα. Στην οικονομία θα πρέπει σε δεδομένη στιγμή να επανέλθουν η ανάπτυξη, η εμπιστοσύνη, οι επενδύσεις».
«Εποικοδομητική συζήτηση» για την «απελευθέρωση» της Ενέργειας
«Εποικοδομητική», στο μεταξύ, χαρακτήρισε ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τη χτεσινή συνάντηση που είχε ο επίτροπος Οικονομικών, Π. Μοσκοβισί, με τον υπουργό Ενέργειας, Γ. Σταθάκη, στις Βρυξέλλες. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο, στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η εφαρμογή των «δεσμεύσεων» της Ελλάδας σε ό,τι αφορά την Ενέργεια, με στόχο, όπως ανέφερε, να καταστήσουν τον εν λόγω τομέα «περισσότερο ανταγωνιστικό, αποτελεσματικό και οικονομικά αποδοτικό για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές».
Τις προηγούμενες δύο βδομάδες είχαν γίνει συναντήσεις κλιμακίων του υπουργείου και της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια των οποίων συζητήθηκαν οι λεπτομέρειες που απομένουν για την ολοκλήρωση της «απελευθέρωσης» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ ειδικότερα τέθηκε επί τάπητος το βασικό ζήτημα πώλησης του 40% των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ.
Η διαπραγμάτευση περιστρέφεται γύρω από το ποιες μονάδες της ΔΕΗ θα πωληθούν εντός του πρώτου εξαμήνου του 2018, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα της 2ης «αξιολόγησης», ενώ εντός του Οκτώβρη θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η λεγόμενη «έρευνα αγοράς», κατά την οποία θα αναζητηθεί επενδυτικό ενδιαφέρον για τις μονάδες που θα πωληθούν.
Στη γραμμή των «ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων»
«Η αξιοπιστία της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εδραίωση της εμπιστοσύνης των πολιτών, των επιχειρήσεων και των αγορών και άρα για την απελευθέρωση του μεγάλου αναπτυξιακού δυναμικού της ελληνικής οικονομίας». Αυτό επισημαίνει σε μελέτη της η Eurobank, σύμφωνα με την οποία «επιταχυντής της αναπτυξιακής δυναμικής μπορεί να είναι μόνο μία μεγάλη ώθηση των επενδύσεων και των εξαγωγών», η «βελτίωση της αξιοπιστίας και της συνέπειας της οικονομικής πολιτικής, δηλαδή της "ιδιοκτησίας" των μεταρρυθμίσεων από τις αρμόδιες αρχές και της υλοποίησης συγκεκριμένων αναπτυξιακών και επενδυτικών πρωτοβουλιών, που θα καταστήσουν την οικονομία ελκυστικότερη για επενδύσεις, ξένα κεφάλαια και παραγωγική ανάπτυξη».
Η μελέτη της Eurobank, σε «αρμονία» με όσα επισημαίνει ο ΣΕΒ σε πρόσφατο δελτίο του, αλλά και όσα έλεγε τις προάλλες ο υπουργός Οικονομίας, εντοπίζει τους άξονες των «ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων» του εγχώριου κεφαλαίου στην προσπάθεια προσέλκυσης κερδοφόρων επενδύσεων.
Μεταξύ αυτών είναι:
  • Η «μοναδική γεωγραφική και γεωστρατηγική θέση», που καθιστά τη χώρα ένα σημαντικό σταυροδρόμι εμπορίου, μεταφορών και διανομής Ενέργειας, συνδέοντας τη Μέση και την Απω Ανατολή με την Κεντρική και Νότια Ευρώπη. Σε αυτό το επίπεδο, εστιάζουν και «στην πολιτική και πολιτειακή σταθερότητα που εγγυάται η συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ και όλους τους σημαντικούς διεθνείς οργανισμούς και συμμαχίες (π.χ. ΝΑΤΟ, OΟΣΑ, OHE)».
  • «Ανταγωνιστικό κόστος εργασίας». Οπως αναφέρουν, καταγράφονται «18,5 ποσοστιαίες μονάδες βελτίωση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας βασισμένης στο κόστος εργασίας έναντι της ΕΕ την περίοδο 2010 - 2016» καθώς και «ονομαστικές αποδοχές περίπου στο μισό του μέσου όρου της ΕΕ», επισημαίνοντας ωστόσο ότι το «μη μισθολογικό κόστος» αυξήθηκε κατά την ίδια περίοδο...
  • «Μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική και δημοσιονομική σταθερότητα», συγκεκριμένα λόγω της «υποχρέωσης για επίτευξη σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων τα επόμενα χρόνια (3,5% του ΑΕΠ ετησίως για τα επόμενα πέντε χρόνια από το 2018 και μετά, και 2,2% ετησίως από το 2025 μέχρι το 2060)».
  • Συναλλαγματική και νομισματική σταθερότητα, που διασφαλίζεται από την πολιτική της ανεξάρτητης Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
  • «Μεγάλη απομείωση στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων και κινητών και ακινήτων αξιών, που δημιουργούν ελκυστικές επενδυτικές ευκαιρίες».
  • «Μεγάλο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων που προσφέρουν σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες σε κρίσιμους και στρατηγικούς τομείς της οικονομίας και σημαντικά έργα υποδομής σε εξέλιξη, που μετασχηματίζουν τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον, αναφέρονται σε 16.000 χλμ. ακτογραμμών - εν πολλοίς αναξιοποίητα -, πάνω από 2.000 ακατοίκητα νησιά, 71.459 ακίνητα στην κατοχή της ΕΤΑΔ».
  • Ελκυστικότητα εταιρικών συγχωνεύσεων και εξαγορών, μεταξύ άλλων λόγω του μικρού μεγέθους των ελληνικών επιχειρήσεων και της ανάγκης διεθνοποίησης και πρόσβασής τους στις διεθνείς αγορές.
  • Για την «επόμενη μέρα», ως κλάδοι με δυνατότητες προσέλκυσης σημαντικού επενδυτικού ενδιαφέροντος αναφέρονται: Τουρισμός, Ενέργεια, εξαγωγική βιομηχανία, αγροτική παραγωγή, χονδρικό εμπόριο, μεταφορές και logistics, ορυκτός πλούτος.
Στον αντίποδα, στους «αρνητικούς παράγοντες», μεταξύ άλλων, αναφέρονται οι «υψηλοί φορολογικοί συντελεστές και ασταθές φορολογικό πλαίσιο», ενώ, όπως χαρακτηριστικά τονίζεται, το «55% των πολιτών εξαιρούνται πλήρως της φορολογίας εισοδήματος επί του παρόντος», δείχνοντας στην κατεύθυνση περαιτέρω κατακρεούργησης του αφορολόγητου ορίου και της ταχύτερης εφαρμογής του προνομοθετημένου αντιλαϊκού μέτρου (προβλέπεται για το 2020).
Την ίδια ώρα, ο ΣΕΒ, με αφορμή την υπό διαμόρφωση «Εθνική Στρατηγική Ανάπτυξης 2021», σε ειδική έκθεση σχετικά με τα «επιχειρηματικά πάρκα», τονίζει: «Η στροφή της οικονομίας στη μεταποίηση προϋποθέτει ότι πρέπει να μπει τάξη και προβλεψιμότητα στο χωρικό σχεδιασμό, παρέχοντας, ταυτόχρονα, δραστικά κίνητρα υπέρ της επενδυτικής δραστηριότητας εντός των υφιστάμενων αλλά και νέων οργανωμένων επιχειρηματικών υποδοχέων. Η χώρα αναζητά παραγωγικό προσανατολισμό, τρόπους να στηρίξει την ελληνική βιομηχανία και μηχανισμούς προσέλκυσης επενδύσεων».
Ο Ευ. Τσακαλώτος
Ρυθμό ανάκαμψης του ΑΕΠ στο 2% για το 2017 διαβλέπει ο υπουργός Οικονομικών, Ευ. Τσακαλώτος, ο οποίος μιλώντας στον ΑΝΤ1, σημείωσε πως τα επόμενα δύο χρόνια θα υπάρχει μεγαλύτερη «προσφορά» επενδύσεων από εκείνες που θα μπορεί να απορροφήσει η χώρα.
Σε ό,τι αφορά τις τράπεζες, είπε ότι βρίσκονται σε «καλή θέση» και σημείωσε ότι μέχρι αύριο Παρασκευή θα είναι γνωστή η «τελική λύση», όπως είπε αναφορικά με το χρονοδιάγραμμα των διαγνωστικών ελέγχων που θα διενεργηθούν από την ΕΚΤ. Σχετικά με την αλλαγή πόστου του Β. Σόιμπλε και το νέο υπουργό Οικονομικών σημείωσε πως «δεν μπορούμε να σπεκουλάρουμε ποιος θα είναι υπουργός Οικονομικών στη Γερμανία».